Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

“Un Ballo in Maschera” από Met



  Dmitri Hvorstovsky (Renato) και Marcelo Álvarez (Gustavo).
 Φωτο: Ken Howard/Metropolitan Opera



       Μια ακόμη επιτυχία της Metropolitan Opera υπήρξε η πρόσφατη παραγωγή της όπερας Un Ballo in Maschera (Ένας Χορός Μεταμφιεσμένων) του Giuseppe Verdi. Στις 9/12, στο Μέγαρο Μουσικής (Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη), παρακολουθήσαμε σε μαγνητοσκοπημένη μετάδοση από την Met, παράσταση της όπερας, που είχε δοθεί την ακριβώς προηγούμενη ημέρα.
         Το μεγαλύτερο αμερικανικό λυρικό θέατρο είχε εξασφαλίσει μια λαμπρή ομάδα τραγουδιστών που αποδείχθηκαν απολύτως αντάξιοι των απαιτήσεων της  αριστουργηματικής όπερας του Verdi, που ανήκει στη λεγόμενη μέση δημιουργική του περίοδο. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1859 μετά από πολλές περιπέτειες και αλλαγές που χρειάστηκε να γίνουν, κυρίως εξαιτίας του λιμπρέτου, που λογοκρίθηκε έντονα λόγω του ότι περιείχε ονόματα υπαρκτών πολιτικών προσώπων. Η πλοκή βασίζεται στη δολοφονία του Βασιλιά Γουσταύου Γ’ της Σουηδίας, κατά τη διάρκεια ενός χορού μεταμφιεσμένων. 
          Κατά την πρόσφατη αμερικανική παραγωγή, τον ρόλο του Βασιλιά κράτησε ο τενόρος Marcelo Álvarez, τραγουδώντας με ωραία και ανθεκτική φωνή. Φώτισε με επιτυχία τη ρομαντική-ηρωική, χωρίς να παραβλέψει την πιο σκοτεινή πλευρά του ρόλου του, που τον θέλει να παρασύρει τη γυναίκα του φίλου του σε παράνομες ερωτικές ιστορίες. 
           Δίπλα του ο βαρύτονος Dmitri Hvorstovsky έπλασε έναν Renato εξαιρετικά συγκεντρωμένο στην αυστηρότητα των συναισθημάτων του και στην σταδιακή εξέλιξη του ρόλου, που τον θέλει να μεταμορφώνεται από στενό φίλο του Βασιλιά, στον χειρότερο εχθρό του, όταν αντιλαμβάνεται την ερωτική διάσταση της σχέσης που διατηρεί ο μονάρχης με τη σύζυγό του. Η φωνή του Hvorostovsky βρίσκεται στις πιο ώριμες στιγμές της. Ο ίδιος έπεισε για τον τρόπο που την ελέγχει και που την χρησιμοποιεί προκειμένου να εκφράσει τα μεγάλα συναισθήματα και τις τρομερές αγωνίες του ρόλου. Η συναισθηματική φόρτιση την οποία επιστράτευσε προκειμένου να τραγουδήσει τη δημοφιλή άρια  Eri tu che macchiavi quell'anima (πράξη τρίτη, σκηνή πρώτη), κατά την οποία παραδέχεται ότι ο Βασιλιάς αξίζει τον θάνατο και όχι η γυναίκα του, ήταν πραγματικά συναρπαστική. 
          Η σοπράνο Sondra Radvanovsky, προστατευόμενη του θρυλικού τενόρου Placido Domingo, τραγούδησε τον ρόλο της Amelia (αντικατέστησε την Kartia Mattila, που ήταν αρχικά προγραμματισμένη να καλύψει τον ρόλο) με φλόγα, κατανόηση του βερντιάνικου ύφους και ευκολίες στην υψηλή φωνητική περιοχή. Στις μεγάλες άριες, τις οποίες τραγούδησε με εντυπωσιακή φωνητική  και εκφραστική άνεση, η  καλλιτέχνις απέδειξε ότι διαθέτει προσωπικότητα και φωνητικές αντοχές για τους μεγάλους δραματικούς ρόλους του ιταλικού ρεπερτορίου. 
         H μέτζο Stephanie Blythe, που έγινε διάσημη το 1996, όταν αντικατέστησε την Marilyn Horne, στο ρόλο της Mistress Quickly (Verdi, Falstaff), που είχε ανεβεί πάλι στην Met, επωμίστηκε τον ρόλο της σκοτεινής μάγισσας Ulrica: στη μεγάλη άρια Re dell'abisso, affrettati (Πράξη Πρώτη, Σκηνή Δεύτερη) εντυπωσίασε με τη βαθιά φωνή της και με τον τρόπο που υπογράμμιζε τις λέξεις τις φοβερής μάντισσας. Τραγούδησε με ένταση και σκιαγράφησε με προσοχή τον χαρακτήρα της τρομερής αυτής γυναίκας που καλείται να αποκαλύψει την αλήθεια στον Βασιλιά.   
        Με  καθαρές κολορατούρες και εύπλαστη φωνή, τεχνικά βέβαιη και ελαφριά, η μικροκαμωμένη σοπράνο Kathleen Kim πρόσφερε έναν αξιομνημόνευτο Oscar (τη θυμόμαστε ως έξοχη Olympia, στα Παραμύθια του Hoffmann,  του Jacques Offenbach, το 2010, πάλι στο ίδιο λυρικό θέατρο). 
           Οι τραγουδιστές, η χορωδία και η ορχήστρα κέρδισαν από την έμπειρη γνώση, μουσικότητα και αναλυτική μουσική διεύθυνση του Γενοβέζου Fabio Luisi. Ο τελευταίος στόχευσε σε μια φορτισμένη και δραματική ερμηνεία της όπερα επιστρατεύοντας γνήσιο ιταλικό αίσθημα. 
          Την παραγωγή υπέγραφε ο Αμερικανός θεατράνθρωπος David Alden, που εκτός από δημοφιλής σκηνοθέτης θεάτρου και κινηματογράφου, έχει κερδίσει τις εντυπώσεις και στον χώρο του μελοδράματος, με πάμπολλες παραγωγές σε μεγάλα λυρικά θέατρα της Ευρώπης και της Αμερικής. Συνεργαζόμενος με τους Paul Steinberg (σκηνογράφο), Brigitte Reiffenstuel (ενδυματολόγο) και Adam Silverman (υπεύθυνο φωτισμού), μετάφερε την πλοκή στις αρχές του εικοστού αιώνα (από τα τέλη του δεκάτου εβδόμου) και με γνώση των βαθύτερων εννοιών της παρτιτούρας του Verdi, πέτυχε να αναδείξει την ουσία του έργου αλλά και πλήρες το φάσμα των λεπτομερειών που απαρτίζουν τους ενδιαφέροντες και συναισθηματικά πολυσύνθετους ήρωες. Κίνησε τους τραγουδιστές με οικονομία στοχεύοντας στο να εκμαιεύσει μεγάλη έκφραση μέσα από την σκηνοθετική αφαίρεση. Και βρήκαμε ότι το πέτυχε. Είναι γνωστό ότι μελετάει σε βάθος το μουσικό κείμενο πριν αρχίσει να διαμορφώνει την σκηνοθετική του άποψη σχετικά με την όπερα που θα παρουσιάσει, γεγονός που διαπιστώθηκε κατά την πρόσφατη νέα παραγωγή. Τα χρώματα του σκηνικού και των κοστουμιών κινήθηκαν γύρω από το γκρίζο και τις αποχρώσεις του. Τα κοστούμια ήταν ιδιαίτερα κομψά και κολάκευαν τους τραγουδιστές.