Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Philharmonia, υπό Maazel



Ο Αμερικανός αρχιμουσικός Lorin Maazel



        Ο Βρετανός Walter Legge (1906-1979) υπήρξε ένας από τους πλέον μουσικά μορφωμένους και εμπνευσμένους παραγωγούς δίσκων της εποχής του. Η περίοδος που συνεργάστηκε με τη δισκογραφική εταιρεία EMI θεωρείται μια από τις πιο επιτυχημένες στην ιστορία της διεθνούς δισκογραφίας. Ανέδειξε και καθοδήγησε με γνώση και αγάπη ερμηνευτές (ήταν σύζυγος της σπουδαίας Γερμανίδας σοπράνο Elisabeth Schwarzkopf) και συνθέτες, επέλεγε με προσοχή το ρεπερτόριο που θα ερμήνευαν και θα ηχογραφούσαν οι καλλιτέχνες του, υπήρξε πολύτιμος σύμβουλος μεγάλων αρχιμουσικών (διετέλεσε βοηθός του Sir Thomas Beecham στο στη Βασιλική Όπερα του Covent Garden), ενώ υπήρξε ιδανικός στο να κτίζει εξαιρετικές διανομές στις όπερες που ηχογραφούσε.
      Το 1945 είχε τη φαεινή ιδέα να ιδρύσει μια ορχήστρα, που θα είχε έδρα το Λονδίνο, θα σχηματιζόταν από μουσικούς πρώτης ποιότητας και θα αφιέρωνε τον χρόνο της σε συναυλίες και ηχογραφήσεις. Η ορχήστρα δημιουργήθηκε και έλαβε το όνομα Philharmonia. Σύντομα έγινε μια από τις αρτιότερες της Αγγλίας. Ο Legge προσκάλεσε μεγάλους αρχιμουσικούς της κλάσης  ενός Arturo Toscanini, Wilhelm Furtwängler και Herbert von Karajan, να τη διευθύνουν. Πέτυχε να πείσει και τον σημαντικό συνθέτη-αρχιμουσικό Richard Strauss, να σταθεί στο podium της. Οι πάμπολλες ηχογραφήσεις που υπάρχουν από τις πρώτες δεκαετίες της δραστηριότητές της, αποτελούν αδιάψευστα τεκμήρια υψηλής ποιότητας.
           Σήμερα, με κύριο αρχιμουσικό της τον Φινλανδό Esa-Pekka Salonen, η Philharmonia θριαμβεύει διεθνώς και αναγνωρίζεται ως μια από τις διασημότερες ορχήστρες της Ευρώπης. Εμφανίζεται σε τακτική βάση στο Royal Festival Hall του Λονδίνου και συνεχίζοντας το όραμα του ιδρυτή της, πραγματοποιεί πολλές ηχογραφήσεις. Έχει δώσει πολλές συναυλίες στη χώρα μας, με μεγάλη επιτυχία. 
         Η πιο πρόσφατη αθηναϊκή της επίσκεψη, έλαβε χώρα στις 15/12, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Επικεφαλής της ήταν ο Αμερικανός αρχιμουσικός Lorin Maazel, που από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και μέχρι σήμερα συνεργάζεται σε σταθερή βάση με την ορχήστρα.  
       Δύο πολυαγαπημένα έργα κάλυψαν το πρόγραμμα της βραδιάς: η Συμφωνία αρ. 6, Op. 74, Παθητική, του Piotr Ilyich Tchaikovsky και η Συμφωνία αρ. 2, Op. 73, του Johannes Brahms
      Κατά την εκτέλεση της Παθητικής,  το έργο ολοκληρώθηκε τη χρονιά του θανάτου του συνθέτη της (1893), ο Maazel πέτυχε να φωτίσει το δραματικό και αγωνιώδες πνεύμα που διέπει το τόσο αυτοβιογραφικό αυτό αριστούργημα. Προσεκτικά και επιλέγοντας κατάλληλες αργές ταχύτητες έκτισε τις μεγάλες παραγράφους του πρώτου μέρους, Adagio-Allegro non troppo, υπογραμμίζοντας πάντα την τραγικότητα των συναισθημάτων που περιέχονται σε αυτό. Το δεύτερο μέρος, Allegro con grazia,  αποδόθηκε με φινέτσα (ο ρυθμός του βαλς ξεχωρίζει εδώ).  Το τρίτο μέρος, Allegro molto vivace, κέρδισε σε ένταση και οι στιγμές έντονης αισιοδοξίας, που κλιμακώνονται στις τελευταίες σελίδες, ερμηνεύτηκαν με ζέση και ενθουσιασμό. Το καταληκτικό μέρος, Finale: Adagio lamentoso-Andante, που περιέχει μουσική ζοφερή και μας δίνει μια έντονη γεύση του θανάτου, τον οποίον δεν θα αργούσε να συναντήσει ο Tchaikovsky, κέρδισε σε δραματικό πάθος, απόγνωση και τραγικό μυστήριο. Η Philharmonia κέρδισε τις εντυπώσεις με τον εκφραστικά πλούσια και αναλυτική απόδοσή της. Ξεχωρίσαμε την έξοχη ομάδα των εγχόρδων, που θέρμαιναν καρδιές με τον βελούδινο και στρογγυλό ήχο τους, και με την ομάδα των πνευστών, που διακρίθηκαν για τον καθαρό και (σχεδόν πάντα) τονικά ακριβή ήχο τους.
       Η Συμφωνία του Brahms, που ολοκληρώθηκε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες του 1877, βρήκε στο πρόσωπο του Maazel έναν απολύτως έμπειρο ερμηνευτή, που γνωρίζει καλά το ύφος του συνθέτη. H αισιόδοξη και μάλλον χαρούμενη διάθεση του έργου, το ποιμενικό αίσθημα και η στιβαρή δομή των μερών της παρτιτούρας, αναδείχθηκαν με επιτυχία. Εκτιμήσαμε τη θαυμάσια ηχοχρωματική παλέτα της ορχήστρας και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον με το οποίο σχημάτιζε τις χαρακτηριστικά εκτενείς λυρικές μπραμσιανές φράσεις. Η τάση του Maazel, σε αρκετές στιγμές, να κρατάει πίσω και στη συνέχεια να απελευθερώνει το tempo, τελικά δεν στάθηκε εμπόδιο για τη σωστή ροή της μουσικής.
       Εκτός προγράμματος λάβαμε –αναμενόμενο encore- μια σπινθηροβόλα και δεξιοτεχνική  ανάγνωση του Ουγγρικού Χορού αρ. 1, του ίδιου συνθέτη.