Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Συγκινητική Garanča σε μεγάλο μοτσάρτιο ρόλο



Giuseppe Filianoti (Titus) και Elīna Garanča (Sesto).  
Φωτο: Ken Howard/Metropolitan Opera


      Κατά την διάρκεια των τελευταίων μηνών της σύντομης ζωής του ο Wolfgang Amadeus Mozart εργαζόταν πυρετωδώς για την ολοκλήρωση των δύο τελευταίων του μελοδραμάτων. Ο λόγος, βεβαίως, για τον Μαγικό Αυλό (Die Zauberflöte, KV 620), που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βιέννη, στις 30 Σεπτεμβρίου 1791, και για την Μεγαλοψυχία του Tito (La clemenza di Tito, KV 621), που συνετέθη μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες και πρωτοπαρουσιάστηκε στην Πράγα, λίγο νωρίτερα από τον Μαγικό Αυλό, στις 6 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Πρόκειται για δύο έργα, διαφορετικού ύφους, κατά τα οποία η ιδιοφυία του συνθέτη ξετυλίγεται σε όλο της το εύρος και μεγαλείο. Ο Μαγικός Αυλός ποτέ δεν έλειψε από το μόνιμο ρεπερτόριο των διεθνών λυρικών σκηνών, ωστόσο η Μεγαλοψυχία του Tito,  παρουσιάζεται αρκετά πιο σπάνια. Εντούτοις, αξιοσημείωτο είναι ότι κατά τις πρώτες δεκαετίες που ακολούθησαν τον θάνατο του συνθέτη, υπήρξε μια από τις πιο δημοφιλείς και συχνά παρουσιαζόμενες όπερές του.
         Το Σάββατο 1/12, σε απευθείας μετάδοση από την Metropolitan Opera της Ν. Υόρκης, πάντα στο πλαίσιο της σειράς Met Hd live, παρακολουθήσαμε παράσταση της Μεγαλοψυχίας του Tito, στην παλιά και δοκιμασμένη παραγωγή του αξέχαστου Γάλλου παραγωγού όπερας Jean-Pierre Ponnelle. Θα θυμίσουμε, κυρίως για τους νεώτερους φιλόμουσους αναγνώστες, ότι ο Ponnelle, μέχρι τον πρόωρο θάνατό του στις 11 Αυγούστου 1988 (μετά από τραγικό πέσιμο από τη σκηνή στον χώρο της ορχήστρας κατά τη διάρκεια δοκιμών για παραγωγή της όπερας Carmen του Georges Bizet), ήταν ένας από τους σημαντικότερους παραγωγούς μελοδραμάτων, του οποίου η φαντασία, η καλαισθησία και η πρωτοτυπία ήταν πραγματικά εξαιρετικές. Μεγάλοι αρχιμουσικοί όπως οι Karl Böhm και Herbert von Karajan, αναζητούσαν  και απολάμβαναν τη συνεργασία μαζί του. Φυσικά, δεν είχαν λείψει και τα σκάνδαλα κατά τη διάρκεια παραγωγών του, όπως λ.χ. στα μέσα τις δεκαετίας του ογδόντα, όταν ανέβασε Aida (Verdi) στο Covent Garden αποδοκιμάστηκε έντονα η επιλογή του στο μέρος του μπαλέτου, να αντικαταστήσει τους χορευτές με νεαρά αγόρια.
         Η σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια της μοτσάρτιας όπερας που παρακολουθήσαμε πρόσφατα από την Met, άγγιζαν με αμεσότητα τόσο το πνεύμα του συνθέτη όσο και την ουσία του έργου του, που στρέφεται γύρω από το πάθος, τον φθόνο, τον έρωτα, τη δίψα για εκδίκηση, την μετάνοια και τελικά, τη συγχώρεση. Η παραγωγή του Ponnelle πραγματικά ανέδειξε τα πλούσια συναισθήματα και την ψυχοσύνθεση των ρόλων, με καλά σχεδιασμένα σκηνικά (μεγάλες ρωμαϊκές κολώνες δέσποζαν), κλασικού ύφους κοστούμια σε απαλά παστέλ χρώματα, περούκες της εποχής του μουσουργού και εκφραστικές κινήσεις. Ο φωτισμός (Gil Wechsler) υπογράμμιζε με διακριτικότητα αλλά πάντα αποτελεσματικά τα χρώματα των κοστουμιών και τα μεγέθη των σκηνικών.  
         Η διανομή των ρόλων, όπως πάντα στην περίπτωση της Met, η οποία με γούστο και οικονομική ισχύ είναι σε θέση να επιστρατεύει την αφρόκρεμα των συντελεστών, καλύφθηκε από μια πλειάδα εκλεκτών λυρικών καλλιτεχνών. Τον ρόλο του Αυτοκράτορα Tito κράτησε ο Giuseppe Filianoti, ικανός τενόρος που απέδειξε τη μουσικότητα του και την τεχνική του βεβαιότητα στις κολορατούρες των αριών του.   
      H σοπράνο Barbara Frittoli στο ρόλο της Vitellia κρίθηκε θαυμάσια επιλογή: η δραματική της έκφραση σε συνδυασμό με την ώριμη φωνή της, ευχαρίστησαν ιδιαίτερα. 
        Συγκλονιστική στην ενσάρκωση του Sesto ήταν η μέτζο Elīna Garanča, άξια κάθε επαίνου, η οποία διακρίθηκε για τη βελούδινη και γεμάτη φωνή (σε όλα τα επίπεδά της), την αποκαλυπτική εκφραστική δύναμη και βαθύτατη κατανόηση των μεταπτώσεων του ρόλου. Με πόση τέχνη υποστήριξε την πορεία του αρχικά τυφλωμένου από τον έρωτα νεαρού πατρικίου, που εξαιτίας του πάθους του για την Vitellia δέχεται να δολοφονήσει τον αυτοκράτορα και αγαπημένο του φίλο, στην απόλυτη μετάνοιά του για την πράξη του αυτή, που παραλίγο να στοιχίσει τη ζωή ενός λαμπρού άντρα. Επιπλέον, στις μεγάλες άριες του Sesto, η ίδια συγκίνησε με την ευγένεια του μουσικού της ήθους, που πραγματικά την καθιστούν μια από τις σπουδαιότερες ερμηνεύτριες του ρόλου (για τον υπογράφοντα, δίχως αμφιβολία τη μεγαλύτερη των νεώτερων χρόνων). Οι σκηνές της με την Frittoli (Vitellia) εξέπεμπαν ενέργεια και μαγεία.
      Οι νεαρές Kate Lindsey (Annio) και σοπράνο Lucy Crowe (Servilia), αντίστοιχα μέτζο και σοπράνο, τραγούδησαν με διάθεση και μέσα στο σωστό στυλ. Ειδικότερα, η  πρώτη διαθέτει μια ιδιαίτερη όσο και εύηχη σκουρόχρωμη και καλά ζυγισμένη φωνή, που ασφαλώς δεν θα αργήσει να οδηγηθεί στην κορυφή της σταδιοδρομίας της. Πάλι στη Met, το 2009, είχε καταχειροκροτηθεί, για την ενσάρκωση των ρόλων της Mούσας και του Nicklausse στα Παραμύθια του Hoffmann (Jacques Offenbach). Η δεύτερη, συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες λυρικές σοπράνο της γενιάς της, και διαθέτει μια φωνή γοητευτική και φρέσκια, καλά τοποθετημένη και κατάλληλη τόσο για όπερα όσο και για ορατόρια. Την είχαμε ακούσει για πρώτη φορά  -αμέσως ξεχωρίζοντας το ταλέντο της!- το 2009, όταν υπό τη διεύθυνση του Marc Minkowski, είχε κρατήσει το μέρος της σοπράνο στη Λειτουργία της Αγ. Καικιλίας, Hob. 22/5, του Joseph Haydn.  
       Ο Oren Gradus απέδωσε με πειστικότητα τον Publio. Η χορωδία υπήρξε θαυμάσια. Αξιομνημόνευτη και η συνεισφορά του τσεμπαλίστα Bradley Brookshire στη συνοδεία των ρετσιτατίβων.
       Ο Harry Bicket, έμπειρος στο ρεπερτόριο της μπαρόκ και κλασικής εποχής, εξασφάλισε ένα μουσικό αποτέλεσμα ιδιωματικό και υφολογικά εύστοχο.